Τετάρτη, Ιούνιος 18, 2008

10+1 άχρηστα πράγματα για μένα

Μετά από πρόσκληση του φίλου Λωτοφάγου, ιδού 10+1 πράγματα που είμαι σίγουρη ότι δεν πεθαίνετε από περιέργεια να μάθετε για μένα…

1. Έγραψα το πρώτο μου παραμύθι όταν ήμουν 5 χρονών. Δηλαδή δεν το έγραψα ακριβώς… Το υπαγόρευσα στη νονά μου (που, σε αντίθεση μ’ εμένα τότε, γνώριζε γραφή και ανάγνωση!). Όταν ήμουν μικρή, επινοούσα ιστορίες με αφορμή το οποιοδήποτε αντικείμενο, με ιδιαίτερη προτίμηση στα μπιμπελό που έφερνε η νονά μου από τα ταξίδια της σε όλον τον κόσμο. Δυστυχώς, σήμερα, στα 26 μου, νιώθω ότι η Φαντασία με έχει σχεδόν εγκαταλείψει…

2. Ήθελα να σπουδάσω Γραφιστική αλλά για ευνόητους λόγους, σπούδασα Aρχιτεκτονική. Χρειάστηκα 4 χρόνια για να τη συμπαθήσω – πάντα προτιμούσα τους ανθρώπους από τα κτίρια. Αν και πολλές φορές μετανιώνω γι’ αυτή μου την επιλογή, η αρχιτεκτονική παιδεία μού πρόσφερε πολύτιμες γνώσεις και μια πολύ ιδιαίτερη οπτική γωνία του κόσμου.

3. Παράλληλα με τις προπτυχιακές μου σπουδές, συνεργάστηκα με ένα δημιουργικό γραφείο για να μου φύγει ο καημός της γραφιστικής. Τελικά έφυγε, αλλά καμιά φορά επιστρέφει για να με αναστατώσει (και να φύγει πάλι).


4. Βρέθηκα να σπουδάζω Sustainability σχεδόν κατά τύχη αλλά νιώθω ότι επιτέλους σπουδάζω κάτι που έχει πραγματικό νόημα για τη σημερινή κατάσταση του περιβάλλοντος και της ανθρωπότητας. Ελπίζω ότι στο μέλλον θα μπορέσω να προσφέρω στον κόσμο πολλά περισσότερα από ένα ακόμα κτίριο…

5. Αντιπαθώ την υπερβολική οργάνωση και τάξη. Η πρώτη μου δημιουργεί άγχος και η δεύτερη πλήξη.

6. Σιχαίνομαι την αχαριστία και την αγένεια.

7. Θυμάμαι πρόσωπα (ακόμα και συμμαθητές μου από τον παιδικό σταθμό!) και δρόμους, αλλά ποτέ αριθμούς. Για παράδειγμα, είμαι 8 μήνες στην Βρετανία και ακόμα δεν έχω καταφέρει να απομνημονεύσω τον αγγλικό αριθμό του κινητού μου…

8. Αν ρωτήσεις τους συμφοιτητές μου στο μεταπτυχιακό πώς με λένε, θα λάβεις τόσες διαφορετικές απαντήσεις όσες και τα άτομα που θα ρωτήσεις: κανένας μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να προφέρει ή να γράψει το πραγματικό μου όνομα σωστά. Προς το παρόν, αρνούμαι να το «πετσοκόψω» και να το μετατρέψω σε αυτά τα ελληνο-αμερικάνικα ονόματα των 1-2 συλλαβών: Νία, Μία, Τούλα, Βούλα κτλ. Επίσης δεν μου αρέσει καθόλου η «αγγλική» εκδοχή του. Προτιμώ χίλιες φορές την αλλοίωση της ελληνικής version!

9. Τρελαίνομαι για χαρτοπωλεία! Μπορώ να χαζεύω τετράδια, ντοσιέ και μαρκαδοράκια για ώρες!

10. Όταν επισκέφθηκα τη Νέα Υόρκη κατάλαβα τι εστί προπαγάνδα. Επίσης, εκεί επανεκτίμησα το πολύχρωμο ευρωπαϊκό αστικό τοπίο. Ακόμα και οι αθηναϊκοί δρόμοι μου φάνηκαν πιο χρωματιστοί από το απέραντο γκρίζο του Μanhattan - με εξαίρεση το υπέροχο Central Park!

10+1. Θα ήθελα να ταξιδέψω στην Αργεντινή και τη Βραζιλία, αλλά μου λείπει ο χορηγός

Καλώ τους Sleeper in metropolis, Salepi, Quelmarth και Kouretinho, αν θέλουν να παίξουν κι αυτοί με τη σειρά τους (απ’ ό,τι είδα, οι υπόλοιποι φίλοι του μπλογκ έχουν ήδη συμμετάσχει στο παιχνίδι).

Σάββατο, Ιούνιος 14, 2008

Σημειωματάριο #1: kitchen stories

Κάθε φορά που ο ινδός συγκάτοικός μου ψήνει τις περίεργες πίτες του, το σύννεφο καπνού που δημιουργείται από το καμένο αλεύρι καλύπτει ολόκληρο το δωμάτιο! Από τα τέσσερα παράθυρα που υπάρχουν στην κουζίνα μόνο το ένα είναι ανοιγόμενο. Αλλά κι αυτό έχει πολύ περιορισμένο άνοιγμα, εξαιτίας των επανειλημμένων ελεύθερων πτώσεων (!) που έχουν σημειωθεί σε όλες τις εστίες από μεθυσμένους φοιτητές. Ακούγεται απίστευτο, αλλά απόδειξη για το παραπάνω φαινόμενο αποτελεί μια σκαλιστή πλάκα που βρίσκεται πίσω από τη διπλανή εστία, εις μνήμη ενός φοιτητή που έχασε με αυτόν τον τρόπο τη ζωή του!

Έχοντας, λοιπόν, αυτό καθώς και άλλα παρόμοια συμβάντα υπόψη του, το πανεπιστήμιο αποφάσισε να μας υποβάλλει σε καθημερινές ασκήσεις ετοιμότητας για επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα, καθώς και για…πιθανή επίθεση με ασφυξιογόνα αέρια: η ομιχλώδης ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι ινδικές πίτες του συγκατοίκου αλλά και η μυρωδιά από τα μαγειρικά πειράματα των υπολοίπων (μηδενός εξαιρουμένου!) παραμένουν στην κουζίνα για τουλάχιστον δύο ώρες, έως ότου καταφέρουν να διαφύγουν από το άνοιγμα-χαραμάδα. Η μόνη περίπτωση όπου κανένας δεν διαμαρτύρεται είναι όταν ο ιταλός συγκάτοικος, διάσημος για το μαγειρικό του ταλέντο, δοκιμάζει τις ζαχαροπλαστικές του ικανότητες… Τότε, όλοι συνωστιζόμαστε μπροστά από τον φούρνο και περιμένουμε την μαγική φράση “it’s ready”, η οποία θα συνοδευτεί από ένα μεγάλο ζεστό κομμάτι κεικ σοκολάτας

Αχ, με αυτά που γράφω πείνασα πάλι…

Παρασκευή, Ιούνιος 06, 2008

A-politically correct (part II)

Έχω καιρό να γράψω στο μπλογκ μου. Για την ακρίβεια, δεν έχω ανεβάσει ποστ εδώ και δύο μήνες. Το μεταπτυχιακό μου άφηνε ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Με «χάλασε» και ένα σχόλιο που έγραψε κάποιος «ανώνυμος» για ένα προηγούμενο κείμενό μου: διέκρινε, λέει, μια «υποβόσκουσα ρατσιστική προκατάληψη εναντίον των Άγγλων». Είχα πολλά πράγματα να ανταπαντήσω στον «ανώνυμο», αλλά δεν μπήκα στον κόπο. Όχι λόγω δήθεν ανωτερότητας, αλλά επειδή ο «ανώνυμος», και ο κάθε «ανώνυμος» (τι περίεργο που συνήθως οι υπογράφοντες τέτοια σχόλια προτιμούν την ανωνυμία…) διαβάζουν στα κείμενα των μπλόγκερ αυτά που θέλουν να διαβάσουν. Δικές τους προκαταλήψεις, τραυματικές εμπειρίες (σχετικές ή λιγότερο σχετικές), ακόμη και περίεργα σύνδρομα, μπαίνουν σε ένα τεράστιο μίξερ και σερβίρονται σε μορφή σχολίων που βάλλουν εναντίον πάντων. Είναι μάλιστα τόσο μεγάλο το πάθος τους να εκφράσουν αυτά που σκέφτονται εκείνη τη στιγμή που δεν διαβάζουν καν τα προηγούμενα σχόλια πριν καταθέσουν τη δική τους άποψη.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο μηνών, σκεφτόμουν διάφορα πράγματα που θα ήθελα να γράψω όταν θα έβρισκα λίγο ελεύθερο χρόνο, αλλά αμέσως μετά αυτολογοκρινόμουν: «θα με πουν ρατσίστρια», σκεφτόμουν, και τελικά δεν έγραφα τίποτα.

Σταδιακά, ζώντας σε μια εστία με άλλα 500 άτομα, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι η πολιτική ορθότητα και η διπλωματία δε μου ταιριάζουν. Δεν μπορώ να κρύψω αυτά που αισθάνομαι και σκέφτομαι. Δεν μπορώ να μην παραπονεθώ όταν κάτι με ενοχλεί. Θέλω να γράψω αυτά που με απασχολούν, να προβληματιστώ και να εκφράσω απορίες, να ανταλλάξω απόψεις και, τελικά, να μάθω ακόμα περισσότερα. Όταν, λοιπόν, κάποιοι Βρετανοί βρίζουν τον φίλο μου επειδή είναι Ινδός, τότε εγώ δεν μπορώ να τους δικαιολογήσω με το σκεπτικό ότι οι Ινδοί έχουν «καταλάβει» όλο τα Ηνωμένο Βασίλειο κι ότι οι τουρίστες ζουν ένα δράμα, αφού (όπως ο «Ανώνυμος» έγραψε χαρακτηριστικά), «πληρώνουν για Λονδίνο και τελικά βλέπουν Καλκούτα». Αν η δική μου έκφραση αγανάκτησης για το συμβάν θεωρείται από πολλούς «ρατσιστική», τότε η λογική (;) του εν λόγω κυρίου τι ακριβώς θεωρείται;


Δεν ξέρω αν θα συνεχίσω το blogging. Από τη μία, σκέφτομαι πως τέτοιου τύπου επιχειρήματα δεν πρέπει να λαμβάνονται στα σοβαρά. Από την άλλη, ακόμα και άτομα που εκτιμώ παρεξήγησαν αυτά που έγραψα. Όμως, το ελαφρό ρεπερτόριο δε με ενδιαφέρει. Αν είναι να γράφω χαριτωμένα και «ανώδυνα» θέματα για να μην παρεξηγούμαι, τότε προτιμώ να το κλείσω το μαγαζάκι. Άλλωστε, πάντα θεωρούσα τους «πολιτικά ορθούς» αφόρητα βαρετούς…

Κυριακή, Απρίλιος 13, 2008

I AMsterdam

Κι εκεί που ξεφύλλιζα κουρασμένη -και απελπισμένη που δεν έβρισκα αυτό που έψαχνα- το Cities People Planet: Liveable Cities for a Sustainable World (Herbert Girardet, 2004), και αφού είχα ήδη ρίξει και άλλα νυσταγμένα βλέφαρα σε μια ντουζίνα βιβλία που στοιβάζονταν τώρα εκατέρωθέν μου, βλέπω ξαφνικά ένα μικρό χαρτάκι ανάμεσα σε δύο από τις σελίδες του. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία – ίσως επειδή είχα «φτιαχτεί» λιγάκι με την μυρωδιά του γυαλιστερού χαρτιού στο οποίο ήταν τυπωμένο το βιβλίο (τι βίτσιο κι αυτό!). Όσο όμως ανέτρεχα στα διάφορα κεφάλαιά του και γυρνούσα τις συγκεκριμένες σελίδες, το μήνυμα «τι να είναι αυτό άραγε;» στάλθηκε επιτέλους στον εγκέφαλο (που, ευτυχώς, δεν έχει καταστραφεί εντελώς!).

Έφερα το υπό εξέταση αντικείμενο σε απόσταση μερικών εκατοστών από τα μάτια μου για να καταφέρω να διαβάσω το μήνυμα που είχε γραφεί με μικροσκοπικά γράμματα (σαν να λέμε tahoma 6!) πάνω σε σκισμένο τμήμα από σελίδα τετραδίου:
This book travelled to Hong Kong over Christmas. Happy Days! Χαμογέλασα. Η κοπέλα που καθόταν δίπλα μου και διάβαζε σιωπηλή με κοίταξε ξαφνιασμένη. Άρχισα να φαντάζομαι νυχτερινές εικόνες από το Hong Kong, περίεργες τοπικές σπεσιαλιτέ και υπνοδωμάτια στον τριακοστό όροφο ενός ουρανοξύστη. Ζήλεψα! Ήθελα κι εγώ να ταξιδέψω, να αλλάξω παραστάσεις. Ένιωθα ξαφνικά το Cardiff (και κυρίως τις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις που δεν με άφηναν να χαρώ το spring break μου) να με πλακώνουν.

Πού να πας όμως όταν έχεις μια τεράάάστια λαχτάρα για ταξίδια και μια ανάλογου μεγέθους οικονομική στενότητα; Μα, φυσικά, σε ένα αγαπημένο σου πρόσωπο, το οποίο θα σου προσφέρει δωρεάν διαμονή, φροντίδα και προδέρμ και θα καταλάβει εσένα και το (άλλο) βίτσιο σου να βρίσκεσαι με μια βαλίτσα στο χέρι κάθε τρεις και λίγο. Ένα χαρτάκι, λοιπόν, υπήρξε εν μέρει η αιτία που βρέθηκα στην (παγωμένη) Ολλανδία, και πιο συγκεκριμένα, σε μια μικρή πόλη κοντά στο Άμστερνταμ.



Ντυμένη σε layers (τα τέσσερα πρώτα ήταν ΚΑΤΩ από το πουλόβερ!), καλυμμένη με ένα μακρύ τζάκετ-πάπλωμα, φορώντας μπότες με έξτρα εσωτερική επένδυση και εξοπλισμένη με μάλλινο σετ σκουφί-κασκόλ-γάντια, περιφερόμουν για ώρες στα κανάλια του Άμστερνταμ: ψώνισα ξύλινα μπρελόκ-τσόκαρα (πρέπει να αγόρασα καμιά εικοσαριά…), έφαγα sticky toffie (στο υπέροχο Bouf) και αργεντίνικα steaks (αλήθεια, γιατί υπάρχουν τόσα αργεντίνικα εστιατόρια στο Αμστερνταμ; και γιατί οι σερβιτόροι είναι ως επί το πλείστον… Ιταλοί;;;), έψαξα να βρω φαρμακείο (αν στη Θεσσαλονίκη βρίσκεις 3 φαρμακεία σε κάθε τετράγωνο, στην Ολλανδία βρίσκεις ένα ανά χιλιόμετρο!), μπήκα σε πειρασμό να αγοράσω ποδήλατο (αν δεν το αποφασίσεις στο Αμστερνταμ, όπου είναι το βασικό μέσο μεταφοράς, πού θα το αποφασίσεις;) και προσπάθησα εις μάτην να μάθω φλαμανδικά για να διαβάζω τις συσκευασίες των προϊόντων στο σούπερ μάρκετ (ούτε λέξη στα αγγλικά!).



Μετά από μία εβδομάδα περιπλανήσεων στο κέντρο του Άμστερνταμ, η επιστροφή στο Cardiff δεν χωρούσε άλλη αναβολή. Το ίδιο και η επιστροφή του βιβλίου στην βιβλιοθήκη της σχολής. Κράτησα όμως το χαρτάκι για να το ξαναχρησιμοποιήσω ως κίνητρο (και δικαιολογία) στο μέλλον…

Πέμπτη, Απρίλιος 10, 2008

?


Παρασκευή, Φεβρουάριος 15, 2008

Υπενθύμιση

Whitesands Bay - Wales

Πριν από 3-4 χρόνια, όταν ήμουν περίπου στο τέλος των προπτυχιακών μου σπουδών, σε μια σελίδα του σημειωματάριου μου και υπό τον τίτλο «Να μην ξεχάσω να…», είχα κρατήσει μια ατελείωτη λίστα με υποχρεώσεις: σχέδια που έπρεπε να ολοκληρώσω ή ν’ αρχίσω, υλικά μακέτας που χρειαζόμουν και διευθύνσεις πολεοδομίας και λοιπών φορέων που έπρεπε να επισκεφθώ άμεσα. Μου διαφεύγει η ακριβής ημερομηνία, αλλά υποθέτω ότι ήταν μια από εκείνες τις περιόδους «λίγο πριν την εξεταστική» που «έπαιρνε φωτιά ο κώλλλος μας», όπως έλεγε και η Κ. Αυτό πάντως που θυμάμαι πολύ καλά είναι ότι στο τέλος της μακροσκελούς λίστας, υπήρχε μια τελευταία αλλά απολύτως σημαντική προσθήκη: «Να μην ξεχάσω να ζήσω».

Σήμερα, υπό την ίδια (και περισσότερη) πίεση, νιώθω ακριβώς το ίδιο συναίσθημα. Σαν να πνίγομαι και να μην μπορώ να αναπνεύσω. Σαν να είναι η αρχιτεκτονική όλη μου η ζωή. Αλλά δεν θέλω να είναι. Η ζωή είναι πολλά διαφορετικά πράγματα και για να την ζήσεις, πρέπει να έχεις ανοιχτό μυαλό και κυρίως, ελεύθερο χρόνο: ένα Σάββατο, μία Κυριακή, έστω ένα απόγευμα για να βγεις έξω, να κάνεις κι άλλα πράγματα, να «ξεφύγεις» για να επανέλθεις αργότερα δριμύτερος/η.

Προσωπικά, δεν νομίζω να υπέγραψα κάποιο συμφωνητικό πριν ασχοληθώ με την αρχιτεκτονική που να ανέφερε ότι όλος ο χρόνος μου είναι πλέον δεσμευμένος από την εκάστοτε σχολή. Σίγουρα θα το θυμόμουν! Επίσης, δεν μπορώ να ανακαλέσω καμία στιγμή που να δήλωσα ότι είμαι υπεράνθρωπος και αντέχω να δουλεύω 24 ώρες το 24ωρο και 7 ημέρες την εβδομάδα. Κι αυτό θα το θυμόμουν!

Βλέπεις τους φίλους σου (μεταπτυχιακοί φοιτητές και αυτοί, αλλά σε άλλες σχολές) να έχουν χρόνο για εξόδους, πάρτι, ακόμα και για γυμναστήριο, ενώ εσύ μένεις στην εστία, πασχίζοντας να οργανώσεις τις σκέψεις σου και τις γνώσεις που απέκτησες για να προχωρήσεις το ρημαδο-σχέδιο! Έλα όμως που το ρημαδο-σχέδιο χρειάζεται και λίγη έμπνευση για να προχωρήσει! Όμως πού να την βρεις την έμπνευση όταν είσαι κλεισμένος/η όλη μέρα σε ένα δωμάτιο 5x2,5μ.;

Στο τέλος, συνειδητοποιείς ότι τα αποθέματα καθαρής σκέψης έχουν εξαντληθεί (προ πολλού) και χρειάζεσαι επειγόντως μια δεύτερη γνώμη, κάποιον που να δει αυτά που, λόγω θολούρας και κούρασης, δεν μπορείς να δεις εσύ. Απευθύνεσαι στους συμφοιτητές σου. Οι μισοί, όταν τους το λες, σε κοιτάνε καχύποπτα λόγω ανταγωνισμού («λες να θέλει να κλέψει τις ιδέες μου και να πάρει μεγαλύτερο βαθμό;»). Οι άλλοι μισοί, και να ήθελαν να βοηθήσουν, είναι εξίσου «πηγμένοι» οπότε σιγά μην ασχολούνται μ’ εσένα… Επομένως, βρίσκεσαι μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα: να στείλεις ένα email στον καθηγητή για να του πεις ότι μόνο αυτός μπορεί να σε σώσει από την αυτοκτονία (με το ρίσκο πάντα ότι μπορεί να στην «πει» αργότερα, όπως μου συνέβη στο προηγούμενο τρίμηνο) ή να κάνεις την κλασική κίνηση-χαρακίρι και να παρουσιάσεις ό,τι χαζομάρα έχεις σχεδιάσει;

Τετάρτη, Ιανουάριος 23, 2008

Φήμη


Ανεβαίνω τις σκάλες σχεδόν τρέχοντας. Όχι, δεν ανυπομονώ να τον ξαναδώ. Το αντίθετο. Θα ήθελα πολύ να μην ήταν αυτή η τελευταία εικόνα που θα έχω από αυτόν. Τότε γιατί βιάζομαι; Στο κεφαλόσκαλο διασταυρώνομαι με δυο νοσοκόμες που κρατάνε φιάλες με ορό και συζητάνε. Με προσπερνούν χωρίς να μου δώσουν σημασία.

Σταματάω μπροστά στην πόρτα της καρδιολογική πτέρυγας. Σιχαίνομαι τις αυτόματες πόρτες. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα το φωτοκύτταρο αντιλαμβάνεται επιτέλους την παρουσία μου. H πόρτα ανοίγει, αποκαλύπτοντάς μου τον μακρύ διάδρομο με το απροσδιόριστο χρώμα. Κάτι ανάμεσα σε κίτρινο, σωμόν και ροζ. Κοντοστέκομαι. Η αποφασιστικότητα μου εξανεμίστηκε.

Κατευθύνομαι προς το βάθος αργά. Νιώθω το πόδια μου βαριά, σαν να είναι από σίδερο. Μπαίνω στο δωμάτιο 112. Στο πρώτο κρεβάτι, εκείνος. Αποστεωμένος πλέον, με μάσκα οξυγόνου και σωληνάκια για τον ορό και την αντιβίωση. Δίπλα, η μητέρα μου. Από το πρωί. «Παππού, ήρθα», ψιθυρίζω. Τα μάτια του παραμένουν κλειστά.

Τον κοιτάζω, έτσι μικρόσωμο και κουλουριασμένο, και δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αυτός ο άνθρωπος έχει διαψεύσει κάθε ιατρική πρόγνωση εδώ και 35 χρόνια. Θεωρείται «θαύμα» που ζει ακόμα. Οι 5 συγκάτοικοί του, παχύσαρκοι 60άρηδες των οποίων η καρδιά διαμαρτύρεται με αρρυθμίες για το λίπος που έχουν συσσωρεύσει, συζητούν μεγαλόφωνα ή κάνουν βόλτες στο θάλαμο λίγο πριν πάνε για ύπνο. Αποφεύγουν να τον κοιτάνε. Ο παππούς μου είναι το πιο «βαρύ» περιστατικό σε όλη την πτέρυγα. Δεν θέλουν να σκέφτονται σε τι μπορεί να οδηγήσει μία απλή αρρυθμία. Πόσω μάλλον να το βλέπουν.

Έρχεται η νοσοκόμα για να αλλάξει τον ορό. Με αγριοκοιτάζει. Εμποδίζω. Βγαίνω πάλι στο διάδρομο. Η μητέρα μου μιλά ψιθυριστά με την ξαδέρφη της που μόλις ήρθε. Μπαίνει μέσα στο δωμάτιο, κοιτά τον θείο της και βουρκώνει. Τσακώθηκαν πριν 7 χρόνια και δεν έχουν ξαναμιλήσει έκτοτε.

Αρχίζει να βήχει. Η μάσκα οξυγόνου δεν βοηθά πια. Περιμένουμε να ηρεμήσει και βγαίνουμε από το δωμάτιο. Στεκόμαστε αμίλητες μπροστά από το παράθυρο. Την βαριά σιωπή διακόπτει το κινητό της μητέρας μου. Τη Δευτέρα καταφθάνουν αεροπορικώς συγγενείς από Αγγλία και Κύπρο. Για να τον προλάβουν ζωντανό.

Εδώ και ένα μήνα που είναι στο νοσοκομείο, ο παππούς μου είναι περιτριγυρισμένος από τις κόρες του, τις εγγονές του, τα ανίψια του. Και αυτό δρα ως παυσίπονο γι’ αυτόν. Τι σημασία έχει αν απέκτησες φήμη, δόξα, λεφτά; Αυτά δεν θα σου σταθούν στις δύσκολες στιγμές. Δεν θα τρέξουν με αγωνία πάνω από το κρεβάτι σου όταν σε πιάνει κρίση δύσπνοιας. Δεν πρόκειται να σου πιάσουν το χέρι όταν πονάς, όταν φοβάσαι. Γιατί τελικά αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στη ζωή είναι το να αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι.

Βγαίνοντας από το νοσοκομείο, κοιτάζω τον ξάστερο ουρανό. Αυτή η ασυνήθιστη ανοιξιάτικη συμπεριφορά του καιρού στα μέσα του Γενάρη με θυμώνει. Η καλοκαιρία δεν ταιριάζει με το θάνατο.

Υ.Γ. Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε πριν από έναν χρόνο ακριβώς, λίγο πριν από τον θάνατο του παππού μου. Μου είχε ζητηθεί να γράψω ένα κείμενο σχετικό με την Φήμη, αλλά η ψυχολογική μου κατάσταση ήταν τέτοια που ξέφυγα εντελώς από το θέμα και έγραψα γι’ αυτά που με απασχολούσαν. Το ανεβάζω στο μπλογκ μου με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τότε (στις 25).